ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΙΖΑΝΟΥ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

TO XΩΡΙΟ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΟYΣΙΑ ΚΟΥΛΤΟYΡΑ, ΜΕ ΥΨΗΛH ΠΟΙOΤΗΤΑ ΖΩHΣ,ΚΑΙ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ.ΤΟ ΓΡΑΦΙΚO ΤΟΠΙΟ,ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ,Ο ΑΡΓOΣ ΡΥΘΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, ΚΑΙ Η ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΝΩΝΟΝΤΑΙ.Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ. TO ΓΡIΖΑΝΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΠΟΔΕΣ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΣΤΡΟ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΣΤΑ ΑΝΤΙΧΑ ΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ.ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΥΠΗΡΧΕ ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚOΣ,ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ BΛΥΖΑΣ.  ((.Grizaniotis.))

Γριζάνο Τρικάλων: Ένα ιστορικό χωριό με πλούσια παράδοση

71761_108088556043603_1919420756_n (1)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Γριζάνο βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Κάστρο ανατολικά των Αντιχασίων σταόρια του Νομού Τρικάλων με το Νομό Λάρισας. Κατά την αρχαιότητα υπήρχε γεωργοκτηνοτροφlκός οικισμός και ονομαζόταν Βλύζας ή Βλύζανος από το όνομα του άρχοντα ο οποίος δημιούργησε τον οικισμό και ονομάζονταν έτσι εξαιτίας του άφθονου νερού που «βλύζεl» (αναβλύζει) στους πρόποδες του βουνού. Την ύπαρξη του οικισμού καταμαρτυΡούν το ύψωμα Ράχη βαρυκού (Μαγούλα – Ακρόπολη) όπου εκείνη την περίοδο υπήρχε αγροτικός οικισμός καθώς και τα ερείπια κοντά στις πηγές του Κάστρου. Η ονομασία του οικισμού επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση αρχαίας επιγραφής, πιθανότατα από κάποιο κτίριο εκείνης της περιόδου η οποία είναι τοποθετημένη ως αέτωμα στην είσοδο του ιερού ναού Αγίου Νικολάου. Συνήθιζανοιχριστιανοί να χρησιμοποιούν υλικά αρχαίων κτιρίων για την ανοικοδόμηση ναών και άλλων κτιρίων. Οι κάτοικοι του Γριζάνου,ΟΙΒλυζαίοι όπως λέγονταν, μαζί με τους Οlχαλείς, τους Φαρκαδόνους και τους Φαετούς πήραν μέρος στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας.Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Βασιλείου Μπέη η ξυλεύσιμος ύλη για την κατασκευή των 30 πλοίων με τα οποία συμμετείχαν οι Θεσσαλοί μεταφέρθηκε από τα βουνά των Αντιχασίων δια μέσου του Νεοχωρίτη ποταμού και του Πηνειού στις εκβολές όπου ήταν τα ναυπηγεία της εποχής. Τα χρόνια του Βυζαντίου το Γριζάνο ήταν πέρασμα από τη Μακεδονία στην πεδιάδα της Θεσσαλίας και τη νότια Ελλάδα. Από το μονοπάτι του Γκόλια διέρχονταν με τα ζώα οι Κυρατζήδες της εποχής, οι διαβάτες και οι κτηνοτρόφοι με τις (διάβες) κοπάδια για να πάνε στα ορεινά βοσκοτόπια της Μακεδονίας.Την περίοδο της αυτοκρατορίας του lουστινιανού για την ευκολότερη απόκρουση των Σλάβlκων επιδρομών κατασκευάσθηκαν στη Θεσσαλία τρία Φρούρια.

Το φρούριο της Τρίκκης που ήλεγχε το πέρασμα από την Πίνδο στη Θεσσαλία. Το κάστρο στην ανατολική Θεσσαλία που ήλεγχε το πέρασμα των Τεμπών από ανατολικά και το φρούριο του Βλυζάνου που κατασκευάσθηκε για να αποκρούει τους εισβολείς που ερχόταν από τα στενά του κάτω Ολύμπου, διαμέσου Ελασσόνας, Βλαχογιαννίου και μεγάλου Ελευθεροχωρίου κατέβαιναν στη Θεσσαλία. Το κάστρο του Γριζάνου περlέκλειε μεγάλη έκταση και μαζί τις πηγές του βουνού όπου υπήρχε πέτρινο μονοπάτι το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, από το οποίο κατέβαιναν οι στρατιώτες και έπαιρναν νερό. Την περίοδο των Σλάβlκων επιδρομών υπήρχεμεγάλος αριθμός στρατιωτών και δόθηκαν αρκετές μάχες. Αυτό βεβαιώνεται από τους Βυζαντινούς τάφους, που βρέθηκαν στη γύρω περιοχή όταν ο ελληνικός στρατός το 1912 διάνοιγε το δρόμο για να ανεβάσουν τα κανόνια από το Γριζάνο στο Μεγ. Ελευθεροχώρι και στη συνέχεια προς την Ελασσόνα όπου δόθηκε η μάχη του Σαραντάπορου.
Πέτρινος τάφος Βυζαντινός βρέθηκε επίσης το 1960 στην τοποθεσία Δημητρό βρύση στο κτήμα Γκόγκου από τους Κων!νο Aντωνιου και Γεώργιο Αργύρη και σήμερα οι πλάκες βρίσκονται ως βάση στα θεμέλια πηγαδιού. Καθ’ όλη τη διάρκεια των βυζαντινών χρόνων το Γριζάνο παρουσίασε μεγάλη ανάπτυξη, έντονη οικονομική και πολιτισμική δραστηριότητα που αντικατοπτρίζεται στα κτίσματα (ναοί, μοναστήρι, τείχη) και τα ερείπια της Αγίας Τριάδας, Αγίας Σοφlας που σώζονται στην περιοχή γύρω από τις πηγές καθώς και τα ήθη και έθιμα του τόπου που αναπτύχθηκαν και διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας. Λόγω της μακρόχρονης παραμονής των Σλάβων στην περιοχή ο οικισμός μετονομάστηκε από Βλύζανος & Βρυόζανο σε Γριζάνο λόγω του γκρΙ χρώματος του κάστρου που στα Σλάβικα σημαίνει γκρίζο – σκούρο – σταχτί σκοτεινό. Ο πληθυσμός του χωριού πριν την απελευθέρωση το 1800, ανέρχονταν σε 450 άτομα.
Μετά την απελευθέρωση, τον Αύγουστο του 1881 αρχίζει η ανοδική πορεία του πληθυσμού που στην επίσημη απογραφή του 1881 φθάνει τους 664 κατοίκους. Σήμερα έχει 1600 μόνιμους κατοίκους και παρουσιάζει οικιστική, πολιτιστική και οικονομική ανάπτυξη, Διαμορφώθηκε ως τώρα ένας οικισμός, οικαστικα  πεlθαρχημένος με ωραία διαρρύθμιση δρόμων – πλατειών και άλλων χώρων με αρκετό πράσινο και όλα μαζί δημιουργούν ένα ωpαlo γραφικό οικισμό, Στον πολιτισμό διατηρεί τις παραδοσιακές εκδηλώσεις. Με την συμμετοχή των κατοίκων και αρκετά καλή οργάνωση δίνουν την εικόνα ενός χωριού με ενέργεια και ζωντάνια. Οικονομικά έχει να επιδείξει ότι καλύτερο έχει η περιοχή μας. Η κτηνοτροφια έχει αναπτυχθεί και προβλέπεται και περαιτέρω ανάπτυξη. Η γεωργία διατηρείται και αναπτύσσεται χάρη στην εργατικότητα των Kατοίκων. Η αγάπη των επιχειρηματιών και ελευθέρων επαγγελματιών για τον τόπο τους δημιουργούν την ολοένα αυξανόμενη ανοδική πορεα του χωριού, η οποία είναι εμφανής σε κάθε επισκέπτη.  Ημιορεινό χαρακτηρίζεται το Δ.Δ. Γριζάνου, με συνολική έκταση 39.604 στρέμματα (18%)…

((.Grizaniotis.))

Κάστρο Γριζάνου, Κάστρο Ωριάς.

viewimg

--st-a t-- ----da- --st-- G-------
Κεντρικό ρόλο έπαιζε το κάστρο του Γριζάνου που επόπτευε μεγάλο μέρος του κάμπου της Θεσσαλίας
και προστάτευε από τους επιδρομείς, που έρχονταν τόσο από το βορρά όσο και από τη Δύση.

Το ταξίδι μας σήμερα είναι στα σύνορα των νομών Λαρίσης και Τρικάλων, στους πρόποδες του βουνού, στα Αντιχάσια όπου βρίσκεται το Γριζάνο. Χωριό με πλούσια αρχαία και βυζαντινή ιστορία βρίσκεται σε ένα γραφικό τοπίο.
Η «ΕτΔ» βρέθηκε στο χωριό αυτές τις κρύες ημέρες, γεμάτες ομίχλη και με τη βοήθεια δυο φίλων του Άγγελου και του Ευθύμιου, επισκεφτήκαμε και φωτογραφίσαμε το βυζαντινό κάστρο που βρίσκεται στο βουνό, το οποίο θεωρείται το σπουδαιότερο αμυντικό φρούριο της βυζαντινής εποχής στη Θεσσαλία.
«Τα αρχαία χρόνια – ακούω τον Άγγελο να μου διηγείται την ιστορία του χωριού του καθώς το αφήνουμε πίσω μας και ανεβαίνουμε με το αγροτικό το βουνό – υπήρχε γεωργοκτηνοτροφικός οικισμός και ονομαζόταν Βλύζας ή Βλύζανος από το όνομα του άρχοντα ο οποίος δημιούργησε τον οικισμό και ονομαζόταν έτσι εξαιτίας του άφθονου νερού που «βλύζει» (αναβλύζει) στους πρόποδες του βουνού. Την ύπαρξη του οικισμού καταμαρτυρούν το ύψωμα Ράχη βαρυκού (Μαγούλα – Ακρόπολη) όπου εκείνη την περίοδο υπήρχε αγροτικός οικισμός καθώς και τα ερείπια κοντά στις πηγές του Κάστρου. Η ονομασία του οικισμού επιβεβαιώνεται από την ανεύρεση αρχαίας επιγραφής, πιθανότατα από κάποιο κτίριο εκείνης της περιόδου, η οποία είναι τοποθετημένη ως αέτωμα στην είσοδο του ιερού ναού Αγίου Νικολάου.
Οι κάτοικοι του Γριζάνου, οι Βλυζαίοι όπως λέγονταν, μαζί με τους Οιχαλείς, τους Φαρκαδόνους και τους Φαετούς πήραν μέρος στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Βασιλείου Μπέη η ξυλεύσιμος ύλη για την κατασκευή των 30 πλοίων με τα οποία συμμετείχαν οι Θεσσαλοί μεταφέρθηκε από τα βουνά των Αντιχασίων διά μέσου του Νεοχωρίτη ποταμού και του Πηνειού στις εκβολές όπου ήταν τα ναυπηγεία της εποχής. Τα χρόνια του Βυζαντίου το Γριζάνο ήταν πέρασμα από τη Μακεδονία στην πεδιάδα της Θεσσαλίας και τη νότια Ελλάδα. Από το μονοπάτι του Γκόλια διέρχονταν με τα ζώα οι Κυρατζήδες της εποχής, οι διαβάτες και οι κτηνοτρόφοι με τα  κοπάδια (διάβες) για να πάνε στα ορεινά βοσκοτόπια της Μακεδονίας. Μπαίνοντας στο χωριό, δεσπόζει το βυζαντινό κάστρο με περίμετρο πολλών χιλιομέτρων και ύψος στη βόρεια πλευρά του 7-8 μέτρα, καθώς υψώνεται βορειοανατολικά του χωριού. Αποτέλεσε στρατηγικό σημείο περάσματος από Όλυμπο, Ελασσόνα προς τη δυτική Θεσσαλία.
Οι πρόγονοι των Γριζανιτών καταμαρτυρούν ότι ο Ιουστινιανός διερχόμενος από την περιοχή, κατασκεύασε το φρούριο στο σημείο αυτό για να αντιμετωπίζονται ευκολότερα οι επιδρομές των Σλάβων. Κατασκευάστηκε το 600 μ.Χ. και διατηρήθηκε μέχρι τον 14 αιώνα».
Καθώς η πυκνή ομίχλη απλωνόταν γύρω μας και το αυτοκίνητο τρανταζόταν πάνω στον άσχημο, γεμάτο κοτρόνια αγροτικό δρόμο ο οδηγός δεν φαινόταν να πτοείται και συνέχιζε να μου διηγείται την ιστορία.
«Το φρούριο της Τρίκκης ήλεγχε το πέρασμα από την Πίνδο στη Θεσσαλία. Το κάστρο στην ανατολική Θεσσαλία ήλεγχε το πέρασμα των Τεμπών από ανατολικά και το φρούριο του Βλυζάνου που κατασκευάστηκε για να αποκρούει τους εισβολείς που έρχονταν από τα στενά του κάτω Ολύμπου, διαμέσου Ελασσόνας, Βλαχογιαννίου και Μεγάλου Ελευθεροχωρίου κατέβαιναν στη Θεσσαλία. Το κάστρο του Γριζάνου περιέκλειε μεγάλη έκταση και μαζί τις πηγές του βουνού όπου υπήρχε πέτρινο μονοπάτι το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, από το οποίο κατέβαιναν οι στρατιώτες και έπαιρναν νερό. Την περίοδο των σλάβικων επιδρομών υπήρχε μεγάλος αριθμός στρατιωτών και δόθηκαν αρκετές μάχες. Αυτό βεβαιώνεται από τους Βυζαντινούς τάφους που βρέθηκαν στη γύρω περιοχή όταν ο ελληνικός στρατός το 1912 διάνοιγε το δρόμο για να ανεβάσουν τα κανόνια από το Γριζάνο στο Μεγ. Ελευθεροχώρι και στη συνέχεια προς την Ελασσόνα όπου δόθηκε η μάχη του Σαρανταπόρου».
Ξαφνικά ένα μεγάλο τείχος άρχισε να ξεπροβάλει μπροστά μας. «Φτάσαμε» – φώναξε ο Εύθυμης, και με βοήθησε να κουβαλήσω τη φωτογραφική τσάντα μου. Η μαγεία του τοπίου είχε αιχμαλωτίσει το βλέμμα μου, αμέσως άρχισα να βγάζω φωτογραφίες.
«Κεντρικό ρόλο έπαιζε το κάστρο μας, που επόπτευε μεγάλο μέρος του κάμπου της Θεσσαλίας και προστάτευε από τους επιδρομείς, που έρχονταν τόσο από τον βορρά όσο και από τη δύση» – άκουγα τη φωνή του Εύθυμη, καθώς βρεθήκαμε στο εσωτερικό του. Μας πήρε αρκετή ώρα να το περπατήσουμε και να φωτογραφίσουμε. Ενώ σε απόσταση 200 μέτρων περίπου, από τη βόρεια πλευρά του τείχους διακρίνονται τα ερείπια ενός εκτεταμένου προτειχίσματος, η ύπαρξη του οποίου δικαιολογείται, γιατί το ύψωμα είναι αρκετά πλατύ και ως εκ τούτου, εύκολη η πρόσβαση των επιτιθέμενων εχθρών.
Όταν ετοιμαστήκαμε να αποχωρήσουμε η ομίχλη είχε εξαφανιστεί και τότε φάνηκε καθαρά ο ορίζοντας. Πράγματι δεν ήταν τυχαίο το μέρος όπου έγινε το κάστρο. Στα τέσσερα σημεία του, σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων φαινόταν πεντακάθαρα το τοπίο. Ήταν πραγματικά τόπος στρατηγικής σημασίας, όπως τον είχαν βαπτίσει την εποχή εκείνη.
Έφυγα γεμάτος με όμορφες εικόνες αλλά και πλούσιος σε εμπειρίες ευχαριστώντας τους καλούς φίλους, τον Άγγελο και τον Ευθύμιο.
Του Λεωνίδα Τζέκα

«Η Γουρουνοχαρά Στο Γριζάνου»

ΣΤΑΜ4Α

Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα του Γριζάνου ήταν το σφάξιμο του γουρουνιού.    

 Η προετοιμασία γινόταν με εξαιρετική φροντίδα,    Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε να λέγετε “γουρουνοχαρά ή γρουνοχαρά” γιατί η όλη εργασία είχε ως επακόλουθο το γλέντι, τη χαρά και τη διασκέδαση σε μια εποχή που έλειπαν ακόμη κι όσα σήμερα θεωρούμε δεδομένα, όπως η τηλεόραση!  

 Έτσι όταν προσκαλούσαν κάποιον στο σπίτι τους την ημέρα αυτή δεν έλεγαν «έλα να σφάξουμε το γουρούνι» αλλά «έλα, έχουμε γουρουνοχαρά».  

Για τη σφαγή ενός μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 3-5 άνδρες από τους παραδοσιακούς αυτοδίδακτους «χασάπηδες» του χωριού.     

Τα γουρούνια σφάζονταν συνήθως τις παραμονές των Χριστουγέννων .

Οι άνδρες νωρίς το πρωί ετοίμαζαν το γουρούνι που ήταν για σφάξιμο.

Έπιαναν δύο τα πίσω πόδια, δύο τα μπροστινά και ο πέμπτος αφού φρόντιζε πρώτα να δέσει το στόμα του γουρουνιού με σύρμα για να μη τον δαγκώσει, έμπηγε το μαχαίρι στο λαιμό του άτυχου ζώου.

Ακολουθούσε η ιεροτελεστία του θυμιατίσματος του ζώου.   Η νοικοκυρά του σπιτιού έπαιρνε κάρβουνα απ’ τη φωτιά και, μαζί με θυμίαμα θυμιάτιζε το σφάγιο για να ξορκίσει το κακό και για να ευχηθούν την επόμενη χρονιά το σφαχτό τους να είναι μεγαλύτερο.

Για τον ίδιο λόγο χάρασσαν το σχήμα του σταυρού στο λαιμό του ζώου. Από τον λαιμό έκοβαν τον «γκουργκουλιάνο» (κομμάτι του λαιμού) και τον έριχναν στα κάρβουνα να ψηθεί, ήταν ο πρώτος μεζές. 

Στη συνέχεια τοποθετούσαν αριστερά και δεξιά του από ένα καδρόνι για να σταματάει όρθιο πάνω στη ραχοκοκαλιά.

Αφαιρούσαν το κεφάλι για να το ζεματίσουν οι γυναίκες  και να το καθαρίσουν από τις τρίχες.Ακολουθούσε το γδάρσιμο, που ήθελε ειδικά μαχαίρια και προσοχή για να μην τρυπηθεί αλλά και να μην μείνει λίπος στο δέρμα.

«-Ιέ ρα πιδάκι μ, το γιέμσις κουμπότρυπις του τουμάρι, ντίπ διεν προσέχς, τι γουρνουτσάρχα θα φκιάξουμι κι πως θα του πλήσουμι».

Το δέρμα το άπλωναν να στεγνώσει, το αλάτιζαν και μετά το δίπλωναν και το αποθήκευαν. Απ’ αυτό κατασκευάζονταν τα γουρουνοτσάρουχα που φορούσαν στα πόδια τους σε πιο ήπιες καιρικές συνθήκες, όχι σε βροχές και χιόνια το χειμώνα. Αργότερα τα πουλούσαν στους εμπόρους δερμάτων.

Ανοιγόταν η κοιλιά  του ζώου για βγουν τα εντόσθια, τα οποία έπλεναν και καθάριζαν οι γυναίκες, …και η «γουρνοχαρά» ξεκινούσε με την πρώτη τηγανιά.

Οι πιτσιρικάδες περίμεναν πως και πώς να πάρουν την φούσκα (ουροδόχο κύστη) που με ένα καλάμι την φούσκωναν και την έκαναν μπάλα ποδοσφαίρου.

«-Άϊ κάντε σιαπέρα, ρα σιουϊάδις. Μη πατάτι απάν στα ιαίματα, θέλντι κι να κοινουνίστι αύριου.»

Το υπόλοιπο ζώο κοβόταν σε τέσσερα τεμάχια όσα και τα πόδια, για να μπορεί να κρεμαστεί στο δέντρο μέχρι να τεμαχιστεί σε μικρότερα κομμάτια. Το ψαχνό προμαγειρεύονταν και συντηρούνταν μέσα στο λίπος του γουρουνιού σε μεγάλα δοχεία ή βαρέλια για μήνες μετά. Είναι η «αλευριά» που συνήθως μετά μαγειρεύονταν με πράσα ή στο τηγάνι με αυγά.

Το λίπος αυτό, αφού το έλιωναν σε καζάνια την ίδια ημέρα, το έβαζαν σε δοχεία λαδιού και αφού πάγωνε, διατηρούνταν όλο το χρόνο καθώς δεν υπήρχε λάδι στην περιοχή ούτε βέβαια και η οικονομική δυνατότητα αγοράς του.  

Οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν τη «Λίππα», όπως ονόμαζαν το παστό λίπος, όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά.  Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα.

Ιδιαίτερα νόστιμες ήταν οι πίτες στις οποίες χρησιμοποιούσαν τη «Λίππα»

Ότι απέμενε από το καμένο λίπος το τοποθετούσαν σε δοχείο και αποτελούσε   ένα εξαίρετο μεζέ για τσίπουρο, τις  λεγόμενες «τσιγαρίδες» ή «τσιγαρίθρες».

Την ίδια μέρα έφτιαχναν   παστό  κρέας   βράζοντας   διάφορα  κομμάτια  από  τα  πόδια  και  το  κεφάλι  του  ζώου  τον ονομαζόμενο «πασπαλά», ο οποίος  οφείλω και  εγώ  να  ομολογήσω,  ήταν  εξαιρετικό  μεζεδάκι.

http://grizaniotis.blogspot.de/2014/12/blog-post_18.html

 Για όσους είναι γεννημένοι μεταξύ 1950-1985


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.

Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.. Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.
Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαιδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους.

Κανείς δενμπορούσε να μάς βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα..

Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.
Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι..
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.

Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε
 σαύρες και πουλιά με Σφεντόνες στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
 Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;
 Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση.
 Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να
 περάσουν όλοι.. Τι φρίκη!
 Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες  χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 .  Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; )
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.  

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια!   Είχες   την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί….

 

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

 

 

 

 

 

 

Η Μονή βρίσκεται μόλις 300 μέτρα από το Γριζάνο. Είναι μετόχι της μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, το οποίο επισκευάστηκε στις αρχές του 19°ν αιώνα (1710) από τον γερο-Λίτσιο Μιχαλάκη124. Οι Τούρκοι προσπάθησαν να εμποδί­σουν τις εργασίες, όμως ο Άγιος Δημήτριος έδειξε το θαύμα του: Όλα τα άλογα των Τούρκων έπεσαν στο γκρεμό, χωρίς όμως να πάθουν τίποτε. Το 1894 προσαρτήθηκαν στο μοναστήρι ως μετόχια τρία άλλα γειτονικά μοναστήρια, ήτοι της Ζωοδόχου Πηγής Παναγίτσας, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Ζάρκου και της Γέννησης της Θεοτόκου Ορφανού Οιχαλίας. Το 1901 το μοναστήρι προσαρ­τήθηκε στη μονή Αγίου Ζάρκου μαζί με τα μοναστήρια Παναγίτσας και Οιχα­λίας. Στην Κατοχή λεηλατήθηκε. Το Μοναστήρι είχε πολλά κτήματα και κυρίως αμπέλια. Στον περίβολο υπήρχε βρύση αστείρευτη. Πότε ακριβώς κτίστηκε, δεν είναι γνωστό.

Η τοξωτή είαοδοζ του περιβόλου της Μονής βρίσκεται προς Δυτικά πάνω δε από αυτή ανοίγεται τοξωτή κόγχη με φθαρμεχη τοιχογραφία τον Αγίου Δημήτριου στο τύμπανό της και των Αγίων Γεωργίου και Νέστορα στα εσωρράχια και με αφαριωματική επιγραφή.
Αριστερά της εισόδου υπάρχει πύργος με ξεματΐστρα. Τα κελιά καταλαμβάνουν την ΒΔ και την Α, πλευρά της μονής.
Το καθολικό είναι μονόκλιτο με πρόστωο στη νότια πλευρά. Έχει δύο εισόδους,μια στη δυτική και μια στην νότια πλευρά στο υπέρθυρο της οποίας είναι χαραγμένη η χρονολογία Ι710. Ψηλότερα ανοίγεται τυφλή κόγχη με τόξο διπλής καμπυλότητας και τοιχογραφία τον Αγίον Δημητρίου. Αριστερά της νότιας ειοόδου υπάρχει κρήνη αποτελούμενη από τυφλό αψίδωμα. στο τύμπανο του οποίου ανοίγεται τυφλή οξυκόρυφη κόγχη.
Στην κόγχη τον Αγίου Βήματος υπάρχει χαμηλά κτιστό πεζούλι. Πάνω από την κόγχη ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Στο τεταρτοσφαίριο της κόγχης η Πλα­τυτέρα με 4 προφήτες και πιο κάτω μικρογράμματη επιγραφή.
Όλα τη τοιχώματα στον κυρίως ναό είναι καλυμμένα με τοιχογραφίες. Σ’ αυτές εικονίζονται Οι θεσσαλοί Ιεράρχες – άγιος Οικουμένιος Τρίκκης, Αχίλλειος Λαρίσης. Βησσαρίων Λαρίσης και Σεραφείμ Φαναρίου και Νεοχωρίου. Στο ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι τοποθετημένες 5 εικόνες. Σε μια απ’ αυτές ο Πρόδρομος με μικρογράμματη αφιερωματική επιγραφή την 1820 και σ’ άλλη ο Προφήτης Ηλίας με μικρογράμματη επιγραφή και πίσω από την εικόνα η χρονολογία 1820. Το ίδιο παρατηρείται και στο παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης.
Στο ναό φυλάγονται και:
1. Λειψανοθήκη με την κεφαλαιογράμματη επιγραφή: «Κιβώτιον της ιεράς μονής του αγίου μεγα(λο)μάρτυρος Δημητρίου Γριζάνου δια συνδρομής συν τον πανοσιωτάτον ηγουμένου Προκοπίου 1866 Αύγουστος 20 δια χειρός Αθ(ανασίου} και Παύλου ΝΒΡ Χ(ωρίον) Καλαρρίτις» 2. Παλιό ξυλόγλυπτο βημόθυρο Ωραίας Πύλης. 3. Αντιμήνσιο με μικρογράμματη επιγραφή. 4. Τόμος με ακο­λουθίες των αγίων Χαραλάμπους (Ενετίηοιν 1774), Νικάνορος (Ενετίσιν 1774).Σπυρίδωνος (Ενετίηοιν 1775) και Βησσαρίωνος (εν Κωνσταντινούπολη 1800), 5. Μηναίο Φεβρουαρίου. Ενετίησιν 1732, που ανήκε στη μονή Παναγίας Ορφανού, 6. Μηναίο Απριλίου, Ενετίησιν 1732. της μονής Ζωοδόχου Πηγής Παναγίτσας. 7. Μηναίο Μαρτίου. Ενετίηοιν 1740. 8. Μηναίο Σεπτεμβρίου. Ενετίησιν 1740, 9. Πεντηκοστάριο. Ενετίησιν 1769. της μονής Ζωοδόχου Πηγής Παναγίτσας. 10. Μηναίο Ιανουαρίου. Ενετίησιν 1795. 11. Ευαγγέλιο, Ενετίησιν 1799. 12- Μηναίο Δεκεμβρίου. Ενετίησιν 1805, 13. Ακέφαλα. Μηνιαία Οκτωβρίου 18ου αιώνα και Ωρολόγιο το Μέγα 19ου αιώνα και 14. Ακέφαλα και κολοβά: Δυο Πεντηκοστάρια 18ου αιώνα και Μηναίο Μαΐου.»
Ο τελευταίος καλόγερος του Μοναστηρίου αποχώρηοε το 1946.

Όταν Ο Πηνειός Ήταν Κάποτε… Αμαζόνιος.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σύμφωνα με μελέτη επιστήμονα, ελέφαντες, ταύροι, ρινόκεροι, ιπποπόταμοι, άλογα, αίγαγροι αφθονούσαν πριν από 30-40 χιλιάδες χρόνια στις πεδιάδες, και τα βουνά της ΘεσσαλίαςΠροτού ο σύγχρονος άνθρωπος εξαπλωθεί στην Ευρώπη και κυριαρχήσει στην πανίδα της, η ήπειρός μας διέθετε πανίδα μεγάλων θηλαστικών ασυγκρίτως πλουσιότερη από τη σημερινή. Μεγάλες αγέλες βοοειδών και ίππων περιπλανούνταν στις πεδιάδες, ενώ στα δάση ζούσαν ελαφοειδή και ελέφαντες. Μεγάλα σαρκοφάγα, όπως το λιοντάρι, η στικτή ύαινα και ο λύκος ήλεγχαν τους πληθυσμούς των φυτοφάγων.

Μάλιστα, θέσεις με απολιθωμένα οστά θηλαστικών έχουν εντοπιστεί στις φυσικές τομές που δημιουργεί ο Πηνειός στην Πεδιάδα της Λάρισας, διαβρώνοντας τις παλαιότερες αποθέσεις του. Σποραδικά ευρήματα αναφέρονται και από άλλα σημεία της κάτω κοιλάδας του ποταμού, όπως στην περιοχή Ροδιάς και στο δέλτα, όμως ο αριθμός τους είναι πολύ περιορισμένος. Η καλύτερα ερευνημένη και η πιο πλούσια σε απολιθώματα περιοχή της κοιλάδας του Πηνειού είναι το τμήμα δυτικά της Λάρισας, μέχρι τα Στενά του Καλαμακίου (Αμυγδαλιά), όπου συστηματικές έρευνες έχουν αποκαλύψει πολυάριθμα σκελετικά λείψανα ζώων του Ανωτέρου Πλειστοκαίνου, καθώς και ανθρωπογενή κατάλοιπα της Μέσης Παλαιολιθικής εποχής (λίθινα τέχνεργα, όπως λεπίδες, φολίδες και πυρήνες εργαλείων). Τα παραπάνω επισημαίνει ο δρ. Αθ. Αθανασίου, γεωλόγος-παλαιοντολόγος. Αφθονούσαν Σύμφωνα με τον ίδιο, ελέφαντες, ταύροι, ρινόκεροι, ιπποπόταμοι, άλογα, αίγαγροι αφθονούσαν πριν από 30-40 χιλιάδες χρόνια στις πεδιάδες και τα βουνά της Θεσσαλίας, προτού, δηλαδή, ο άνθρωπος κυριαρχήσει στην περιοχή. Η ανακάλυψη και η πρώτη συλλογή υλικού στην περιοχή έγινε το 1958 από γερμανική αρχαιολογική αποστολή. Κατά τις επόμενες δεκαετίες έχουν γίνει αρκετές συλλογές απολιθωμάτων, σε περιόδους χαμηλής στάθμης του ποταμού και έχουν συγκεντρωθεί περισσότερα από διακόσια απολιθώματα μεγάλων θηλαστικών. Τα απολιθώματα αποσπώνται από τα ιζήματα των όχθεων, λόγω της διαβρωτικής δράσης του ποταμού, και μεταφέρονται από το νερό, σε μικρή συνήθως απόσταση, κατά μήκος της κοίτης του ποταμού. Η απόθεση των οστών εντός των ποτάμιων ιζημάτων, σύμφωνα με τον επιστήμονα, έγινε κατά την τελευταία παγετώδη περίοδο, όταν ο ποταμός απέθετε φερτά υλικά κατά την έξοδο του από τα Στενά Καλαμακίου. Πτώματα θηλαστικών, που μεταφέρονταν από τα νερά του ποταμού αποτίθεντο μαζί με τα φερτά υλικά, καλύπτονταν γρήγορα από νέα ιζήματα, και τα οστά τους απολιθώθηκαν με την πάροδο των αιώνων. Η παρουσία λίθινων τεχνέργων στο ίδιο στρώμα με ορισμένα απολιθώματα έχει παράλληλα τροφοδοτήσει τη θεωρία ότι οι θέσεις έξω από τα Στενά αποτελούν τόπους κυνηγιού των προϊστορικών κατοίκων της θεσσαλικής πεδιάδας. Η τοπογραφία της περιοχής στην έξοδο του φαραγγιού προσέφερε εξάλλου ιδανικές συνθήκες για ενέδρα. Ωστόσο, κανένα από τα μέχρι σήμερα ευρεθέντα απολιθώματα δεν φέρει ίχνη σφαγής, κάτι που θα αποτελούσε ισχυρό στοιχείο υπέρ αυτής της θεωρίας. Είναι, όμως, βέβαιο, από τις γνώσεις που έχουμε από τη μελέτη άλλων ευρωπαϊκών πανίδων της εποχής, ότι ο άνθρωπος κυνηγούσε τα περισσότερα από αυτά τα ζώα, ακολουθώντας τα και κατά τις εποχικές τους μεταναστεύσεις. Τα απολιθωμένα θηλαστικά που έχουν προσδιοριστεί μέχρι σήμερα στην κοιλάδα του Πηνειού είναι, ελέφαντας, ταύρος, βούβαλος, αίγαγρος, αντιλόπη σάιγκα, ρινόκερος, ίπποι, ιπποπόταμος, μεγαλόκερος, ελάφι, πλατόνι, ζαρκάδι. Χρονολόγηση Η σύσταση της πανίδας του Πηνειού δείχνει ότι τοποθετείται γεωχρονολογικώς στο Ανώτερο Πλειστόκαινο. Ωστόσο, το Ανώτερο Πλειστόκαινο καλύπτει την αρκετά μεγάλη, για τα ανθρώπινα μέτρα, χρονική περίοδο 180.000-10.000 έτη πριν από σήμερα. Προκειμένου να κατανοηθεί καλύτερα η εξέλιξη του ποτάμιου συστήματος του Πηνειού κατά το Πλειστόκαινο και το Ολόκαινο, έχουν γίνει κατά το παρελθόν απόλυτες χρονολογήσεις ορισμένων ιζημάτων της κοιλάδας του. Σύμφωνα με τις χρονολογήσεις αυτές, τα ιζήματα στην περιοχή των Στενών Καλαμακίου αποτέθηκαν πριν από περίπου 30.000-45.000 χρόνια. Η ηλικία αυτή, κατά την οποία έζησαν τα απολιθωμένα θηλαστικά της κοιλάδας του Πηνειού, εμπίπτει εντός της τελευταίας παγετώδους περιόδου, που σημαίνει ότι το κλίμα ήταν αισθητά πιο ψυχρό από το σημερινό. Ωστόσο, λόγω του σχετικά μικρού γεωγραφικού πλάτους της Θεσσαλίας, τα παγετικά φαινόμενα δεν ήταν τόσο έντονα. Αυτό συνάγεται από την απουσία στην απολιθωμένη πανίδα ζώων απόλυτα προσαρμοσμένων σε ψυχρά περιβάλλοντα, όπως το μαμούθ και ο τριχωτός ρινόκερος. Αντιθέτως, η πανίδα περιλαμβάνει θηλαστικά, όπως ο ιπποπόταμος, που δεν μπορούν να ζήσουν σε συνθήκες παγετού. Η παρουσία ταύρου αντί του βίσωνα (που είναι πιο ψυχρόφιλος) είναι μία ακόμη ένδειξη απουσίας ακραίων κλιματικών συνθηκών. Τέλος, η παρουσία ειδών που προτιμούν τα δάση, όπως τα ελαφοειδή και ο Elephas antiquus αποκλείει επίσης τις παγετικές συνθήκες, στις οποίες τα δέντρα δεν ευδοκιμούν. Από το σύνολο της απολιθωμένης πανίδας του Πηνειού, την οποία αποτελούν δασόβιοι τύποι, αλλά και είδη που προτιμούν ανοιχτές εκτάσεις, προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά το Ανώτερο Πλειστόκαινο στη Θεσσαλία επικρατούσαν αραιά δάση, διακοπτόμενα από εκτάσεις με πιο χαμηλή βλάστηση. Σε παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγουν παλαιοβοτανικές μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες στην πεδιάδα της Λάρισας επικρατούσαν μικτά δάση φυλλοβόλων. Τα δάση κάλυπταν την περιοχή μέχρι τη Νεολιθική εποχή, όταν οι ανάγκες του ανθρώπου για καλλιεργήσιμη γη τον οδήγησαν σε μεγάλης κλίμακας αποψιλώσεις, καταλήγει ο δρ. Αθ. Αθανασίου.

Πρόκειται Για Τον Ι.Ν. Κοιμήσεως Της Θεοτόκου Αχλαδοχωρίου, Που Είναι Από Τους Αρχαιότερους Στη Θεσσαλία – Οδοιπορικό Της ΕΡΕΥΝΑΣ

12-1-1thumb

Με αυτεπιστασία από την 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, μια Εφορεία με μεγάλη προσφορά και ελάχιστο προσωπικό

Πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα μνημεία μιας σπάνιας αρχιτεκτονικής στον Θεσσαλικό χώρο.

Ο λόγος για τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου που βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα Αχλαδοχωρίου στο δήμο Φαρκαδόνας στο νομό Τρικάλων.
Οι εργασίες στερέωσης – αποκατάστασης του ναού, που πραγματοποιήθηκαν άλλαξαν όλη την εικόνα του Ναού προς το καλύτερο τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά.
Ο Ναός
Ο Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται βόρεια του οικισμού Αχλαδοχωρίου του Δήμου Φαρκαδόνας πίσω από τον σύγχρονο ενοριακό ναό.
Αποτελείται από τον βυζαντινό σταυρεπίστεγο κυρίως ναό και τις μεταγενέστερες προσθήκες στα δυτικά του, δηλαδή δυο συνεχόμενους χώρους που ο καθένας τους φέρει κατά μήκος της νότιας πλευράς ανοιχτή στοά και όλα μαζί έχουν κοινή ξυλόστεγη δίρριχτη στέγη.
Σύμφωνα με την κατάταξη του Α. Ορλάνδου, για τους σταυρεπίστεγους ναούς της Ελλάδος, ο τύπος του ναού ανήκει στον τύπο Α1 που είναι και ο αρχαιότερος και ανάγεται στον 13ο και 14ο αιώνα.
Ο καθηγητής Ν. Νικονάνος που μελέτησε το μνημείο και με βάση τα μορφολογικά και κατασκευαστικά στοιχεία,( η γλυπτική διακόσμηση, τα λίγα αλλά σωστά τοποθετημένα κεραμοπλαστικά κοσμήματα, η τοιχοδομία και η κυματοειδής μορφή των απολήξεων των στεγών) τοποθετεί την ανέγερσή του, στην τελευταία δεκαετία του 13ου αιώνα.
Εσωτερικά ο ναός είναι κατάγραφος με μεταγενέστερες τοιχογραφίες (18ος αι.).
Εργασίες
Οι εργασίες στερέωσης- αποκατάστασης του ναού, πραγματοποιήθηκαν από το Γ΄ ΚΠΣ με συγχρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και βάσει της εγκριτικής Απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού, με αυτεπιστασία από την 19η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, μια Εφορεία με μεγάλη προσφορά και ελάχιστο προσωπικό.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει η διευθύντρια της 19ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κ. Κρυσταλλία Μαντζανά, πραγματοποιήθηκαν εργασίες υποστύλωσης – αντιστήριξης του ναού.
Κατασκευή αποστραγγιστικής τάφρου, όπως και κατασκευή αφανών διαζωμάτων (κρυφοσεναζ) από οπλισμένο σκυρόδεμα κατά μήκος των διαμήκων και εγκάρσιων τοίχων, για την αντιμετώπιση των δομικών προβλημάτων και την καλύτερη έδραση των ζευκτών της στέγης.
Στις ίδιες εργασίες ανήκει η επισκευή στέγης σταυρεπίστεγου τμήματος του ναού, η κατασκευή νέας ξύλινης στέγης στις δυο προσθήκες, όπως και η κατασκευή νέου ξύλινου στεγάστρου – κατ’ επέκταση της ενιαίας δίρριχτης ξύλινης στέγης σε αντικατάσταση της τοποθέτησης ξύλινων φουρουσιών για την προστασία του δαπέδου της ανοιχτής νότιας στοάς και της τοιχογραφίας που υπάρχει πάνω από τη νότια είσοδο με νέα.
Επίσης έγινε καθαίρεση επιχρισμάτων από τις εξωτερικές όψεις των προσθηκών του κτηρίου, καθαίρεση της ανατολικής τοιχοποιίας στην νότια στοά του ναού.
Έγινε κατασκευή στο σύνολο του αρχικού δυτικού τοίχου του ναού από λιθοδομή για την αντιμετώπιση των έντονων διαγώνιων ρηγματώσεων, ενώ στον κυρίως Ναό, καθώς επίσης και στις δύο προσθήκες τα υπάρχοντα δάπεδα καθαιρέθηκαν και τα δάπεδα του ιερού βήματος του κυρίως ναού και της δεύτερης προσθήκης (γ΄ φάση) στα οποία υπάρχουν μεγάλες ακανόνιστες σχιστόπλακες καθαρίσθηκαν και αρμολογήθηκαν. Τέλος έγινε μερική διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του ναού.
Οι παραπάνω εργασίες, σύμφωνα με την κ. Μαντζανά, είχαν στόχο την ανάδειξη ενός μνημείου με σπάνια αρχιτεκτονική (σταυρεπίστεγος ναός με νάρθηκα στη δυτική πλευρά), και ένα από τα ελάχιστα εναπομείναντα μνημεία αυτής της αρχιτεκτονικής στον Θεσσαλικό χώρο.
Επίσης, συνέβαλλαν στην επαναλειτουργία του μνημείου και την ένταξή του στην πολιτιστική – τουριστική διαδρομή Λάρισα – Τρίκαλα – Μετέωρα.
Να σημειώσουμε πως το έργο: « Αποκατάσταση Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Δ. Δ. Αχλαδοχωρίου Δ. Φαρκαδόνας Ν. Τρικάλων», εντάχθηκε στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας της Θεσσαλίας 2000-2006, στο Μέτρο 2.10, με συνολικό προϋπολογισμό 250.000ευρώ.

ΔΙΚΤΥΑΚΗ ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΓΡΙΖΑΝΟΥ Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΓΡΙΖΑΝΟΥ

Advertisements
  • RSS grizaniotis

    • Σύνταξη από τη Γερμανία παίρνουν 100.000 άτομα στην Ελλάδα 22/10/2017
      Σύνταξη από τη Γερμανία παίρνουν σήμερα 100.000 άτομα στην Ελλάδα, σύμφωνα με την εφημερίδα «Rheinische Post», που επικαλείται στοιχεία του γερμανικού ταμείου συντάξεων.Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο αριθμός των συνταξιούχων που παίρνουν σύνταξη από το Ταμείο αυτό (Rentenversicherung) υπερδιπλασιάσθηκε από το 1990 και φθάνει τα 1,76 εκατομμύρια από 780.000, ενώ α […]
    • Δοκιμές ελληνικών κινητήρων για μη επανδρωμένα αεροσκάφη 20/10/2017
      Στο στάδιο των δοκιμών έχει μπει, εδώ και λίγο καιρό, ο πρώτος νέας σχεδίασης, αμιγώς ελληνικός κινητήρας αεροσκαφών για Μη Επανδρωμένα, Ελαφρά και Υπερελαφρά αεροσκάφη της διεθνούς αγοράς, που θα παράγεται πιλοτικά στα Χανιά.Ο νέος κινητήρας αεροσκαφών σχεδιάστηκε από το μηδέν κι αποτελεί καρπό ερευνητικής εργασίας Ελλήνων σχεδιαστών και επιχειρηματιών, ενώ […]
    • Πρόσληψη προσωπικού στο Μύλο των Ξωτικών 20/10/2017
      Η e-Trikala A.E., ανακοινώνει ότι ξεκινά η διαδικασία επιλογής του προσωπικού για την λειτουργία του Χριστουγεννιάτικου θεματικού πάρκου «Ο Μύλος των Ξωτικών» 2017-18.Για να συμπληρώσετε την ηλεκτρονική αίτηση επισκεφθείτε τον σύνδεσμο www.milosxotikon.gr.Καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων ορίζεται η 5η Νοεμβρίου 2017.Οι επιτυχόντες θα εργαστούν το […]

Liked it here?
Why not try sites on the blogroll...